09 May 2008
07 May 2008
swearing in the rain
Ο καιρός εξακολουθεί να είναι μουντός.
Το πρωί βγήκα από το σπίτι και άρχισα να κλωτσάω τη βροχή από τα μόνιμα πρωινά νεύρα , αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να βρέξω τα παπούτσια μου, ενώ σκεφτόμουν ποιος να ναι αυτός ο μαλάκας που έγραψε το singing in the rain και δεν σκέφτηκε να το κάνει swearing in the rain που μου κάνει πιο λογικό.
Συνέχισα με τα πόδια ,χωρίς ταξί, μια και σήμερα φέρθηκα πιο συνετά και φόρεσα κάτι πιο κλειστό, μπας και το γλυτώσω το συνάχι που μου την έχει στημένη να με εκδικηθεί που όλο το χειμώνα τον πέρασα αγνοώντας καλσόν και κάλτσες
Παρ όλα αυτά στα φανάρια με κοιτούσε ένας μπερμπάντης ηλικιωμένος κύριος , που ακόμα μάλλον το λέει η ψυχή του, και δεν ξέρω και γω πως κρατήθηκα και δεν τον ρώτησα, « με κοιτάτε γιατί μοιάζω στην εγγονούλα σας, ε?»
Αλλά μετά σκέφτηκα ότι έδωσα μια ακόμα χαρά στους απόμαχους της ζωής, που πόσες τους μένουν ακόμα, και αισθάνθηκα τον πρωινό μου αλτρουισμό να με επιβραβεύει που τιμώ την τρίτη ηλικία.
Ήταν η δεύτερη φορά που κρατήθηκα . Η πρώτη φορά που ξάφνιασα τον εαυτό μου με αυτο-επιβάλλον ήταν το βράδυ του Σαββάτο. Μια και η συναυλία της Kylie μου πέφτει μακριά , είπα να την ανταλλάξω με μια βραδιά στον Βοσκόπουλο
Εγώ δεν έχω τίποτα προσωπικό με τα παρτσακλά. Αλλά το παρτσακλό της διπλανής παρέας το παράκανε...
Ήρθε με τον χορηγό και κάθισαν περιμένοντας για καμιά ώρα την παρέα τους
Ενώ ήταν οι δυό τους , τόσο γραμμένο που τον είχε τον μαλάκα που ήταν και περήφανος, έπαιζε όλο το βράδυ με το κινητό της. και ξαφνικά το παρατούσε και άρχιζε να φιλάει τον γκόμενο τύπου «είσαι ο θεός μου που με βγάζεις και με συναρπάζεις και με κοπανάς στα βράχια» ,και μετά ξανά το κινητό και δώστου πάλι η μαλαστούπα ( συγνώμη για την έκφραση, είναι τόσο γλαφυρή) , και ήθελα να της φωνάξω « πόσα θες να σου δώσω να σταματήσεις να τον μουλιάζεις τον χριστιανό».
Αλλά κι αυτός τα θελε και τα πάθαινε γιατί έκανε τον άνετο και όταν αυτή σηκωνόταν για χίλιους δύο λόγους, ήταν μάγκας αρκετά και της έδινε και μια στον κώλο, που κακά τα ψέματα ,ήταν αχλαδωτός....
Κατά τ άλλα οι πρώτες αφίσες της Πολυτεχνείου με πληροφορούν ότι η Τσανακλίδου διάλεξε τον Μύλο για να φωνάζει από δω στη μαμά της ότι γερνάει ,και στις δεύτερες ότι ο Καπουτζίδης και η Μακρυπούλια αν είναι τυχεροί μαζί θα γεράσουν, αφού κανείς δεν θα θέλει να τους δει στα μάτια του, τόσο που τους έχει φάει στη μάπα και στο παρά πέντε θα βρουν κάποιον να τους φέρνει ένα τσάι στη δύσκολη ώρα
Και τώρα που είπα τσάι , πάω να πιω και γω ένα γιατί μάλλον δεν τη γλυτώνω
03 May 2008
32 ( να ναι οι ώρες σου)
Γεννήθηκε σε ένα χωριό Δευτέρα μεσημέρι
μόλις την είδε τρόμαξε –σκιάχτηκε- η δόλια μάνα
αγόρι περιμένανε κι έσκασε το χαμπέρι
πως το μωρό ήταν θηλυκό και με μαλλί αφάνα!
Και τι να πει στον Κύρη της να τον παρηγορήσει
Πως τα κορίτσια είναι καλά; Πως έχουν σκέρτσο; Νάζι;
Αυτή μόλις γεννήθηκε για να τους χαιρετίσει
κατούραγε όπου έβρισκε κι άρχισε να φωνάζει
Τέτοιο παράξενο μωρό, τόσο κακοβαλμένο
ποτέ δεν είχαν ξαναδεί μέσα στο μαιευτήριο
Αφού –σκέψου- στο θάλαμο που το 'χαν –το καημένο-
αν ήθελε κάποιος να μπει πλήρωνε εισιτήριο…
Όμως τα χρόνια πέρασαν φύγαν' σαν τον αέρα
Και το μωρό μεγάλωνε γινόταν κοριτσάκι
Κι ήτανε τόσο έξυπνο που -άκου εκεί- μια μέρα
Κόντεψε να το ρίξουνε για κούτσουρο στο τζάκι…
Δεν πήγε παιδικό σταθμό, μεγάλωνε στο σπίτι
-ντρεπόταν λίγο η μαμά να το κυκλοφορήσει-
κι όταν –σπανίως- στη γειτονιά κάποτε έσκαγε μύτη
τα άλλα παιδιά θαυμάζανε το χιούμορ που έχει η φύση…
Μα εκείνη αδιάφορη συνέχιζε το δρόμο
-αυτόν που η μοίρα όρισε πως πρέπει να βαδίσει-
τι κι αν μόλις τη βλέπανε οι άλλοι νιώθαν' τρόμο;
Αυτή το ήξερε καλά. Μια μέρα θα κερδίσει…
Κι όταν μεγάλωσε πολύ και έγινε κοπέλα
Έξαφνα -ω! Του θαύματος- ξυπνά ένα μεσημέρι
-γιατί εκτός από άσχημη ήτανε και τεμπέλα-
(Αυτό που τώρα θα σας πω κανένας δεν το ξέρει)
Ξυπνάει λοιπόν, τεντώνεται, αδειάζει το ιγμόρειο
Και μέσα από τη μύτη της πετάγεται ένα τζίνι
Της λέει: Έχεις μια ευχή. –Να βγω απ' το περιθώριο!
Χωρίς μια σκέψη δεύτερη του απαντά εκείνη
Κι αμέσως όλα άλλαξαν. Ομόρφυνε; Δεν ξέρω
Μα όλοι στη γειτονιά, παντού, την είδαν με άλλο μάτι
Κι όλοι αυτοί που μέχρι χθες τη λέγανε Αστέρω
Θέλαν' να πάνε σαν τρελοί μαζί της στο κρεβάτι
Πήγε στο ραδιόφωνο –ξεκίνησε καριέρα-
Πήρε πτυχίο, της δώσανε δικιά της εκπομπή
Και να το θυμηθείτε εσείς σίγουρα κάποια μέρα
Θα φιγουράρει στην κορφή –πάνω- της AGB
Στις τρεις του Μάη, άνοιξη, τον περασμένο αιώνα
Τότε που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γη χορτάρι
Γεννήθηκε ένα μωρό που το 'παν τσαπερδόνα
Σε αυτήν χαρίζω σήμερα αυτό το μακρινάρι…
έχω γενέθλια
υγ και φυσικά νεύρα
στίχοι : stixakias (του το ζήτησα για δώρο εδώ και μέρες)